εκλεκτικισμός

Θεωρία που απορρίπτει τη μονομέρεια των διαφόρων φιλοσοφιών, οι οποίες παρουσιάστηκαν διαδοχικά στην ιστορία. Ο ε. υποστηρίζει ότι θεμελιώνει μια προοπτική, η οποία κατορθώνει να ενοποιήσει τις διάφορες απόψεις αντλώντας ό,τι θετικό και λιγότερο μονομερές υπάρχει στην καθεμία. Με τον τρόπο αυτό, ο ε. θεωρήθηκε συχνά συνώνυμος του συγκρητισμού. Ορισμένες φορές διαδραμάτισε θετικό ρόλο μέσα στην ιστορία, σε σχέση με τις σχολαστικές μικρότητες και το πνεύμα ανταγωνισμού. Αργότερα, όμως, αντιμετώπισε την κριτική που του καταλόγιζε ότι ήταν απλή φιλοσοφία μιας υποτιθέμενης ευθυκρισίας (ή κοινής λογικής) ή ότι δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο ισχυριζόταν ότι επιτύγχανε τον συμβιβασμό των διαφόρων θεωριών. Ο ε. διαδόθηκε κατά την ελληνιστική εποχή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του αποκαλούμενου μέσου στωικισμού που αντιπροσωπευόταν από τον Παναίτιο τον Ρόδιο και τον Ποσειδώνιο, οι οποίοι προσπάθησαν να συμβιβάσουν τα δόγματα της σχολής τους με τα δόγματα των ακαδημεικών και των περιπατητικών, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια περισσότερο τυπική μορφή ε. της αρχαιότητας, τον ε. του Κικέρωνα. Μια κάποια εκλεκτική θέση μπορεί να συναντήσουμε και σε ορισμένους εκπροσώπους της πατρολογίας (κλάδου της θεολογίας που μελετά τη ζωή και ιδιαίτερα το συγγραφικό έργο των Πατέρων της Εκκλησίας), στην απόπειρά τους να χρησιμοποιήσουν την κλασική σκέψη, προκειμένου να επεξεργαστούν μια χριστιανική φιλοσοφία. Ο όρος ε. όμως εισήχθη στη φιλοσοφική γλώσσα ιδιαίτερα από την εποχή των εγκυκλοπαιδιστών. Στην ιστοριογραφία της τέχνης ο ε. αποδείχθηκε συχνά ένας βολικός όρος. Οφείλεται στο Βίνκελμαν, που τον χρησιμοποίησε σχεδόν για πρώτη φορά ως ιστορική κατηγορία και τον χρησιμοποίησε στα κείμενά του για τους Καράτσι. Στη θεωρία του Βίνκελμαν είναι έκδηλη η κλασική έμπνευση· με την αφαίρεση, το έργο του καλλιτέχνη αντλεί από πολλά φυσικά πρότυπα τα καλύτερα μέρη, από τα οποία συνθέτει ένα ανυπέρβλητο ιδεώδες πρότυπο. Στην ιστοριογραφία που αναπτύχθηκε πριν από τον Βίνκελμαν, και ιδιαίτερα στα κείμενα τέχνης του 17ou αι., αν και δεν χρησιμοποιείται ρητά ο όρος ε., ωστόσο συναντάται ή υποστηρίζεται η περίπτωση χρησιμοποίησής του (Βαζάρι, Μπελόρι, Μενγκς). Η αντικλασική πολεμική οδήγησε σε μια υποτίμηση της εκλεκτικής μεθόδου, ταυτίζοντάς τη με μια θέση περισσότερο παθητική και δεκτική παρά δημιουργική. Η πολεμική ωστόσο αυτή στάθηκε αφορμή για τη δημιουργία ενός νέου είδους ε. Το πιο συγκεκριμένο παράδειγμα προγραμματικού ε. μας προσφέρεται από την αρχιτεκτονική του 18ου και 19ου αι., η οποία ιδιαίτερα στη Γαλλία έλαβε μια καθαρά θεωρητική διατύπωση παράλληλα με τον φιλοσοφικό ε. του Βικτόρ Κουζέν. Ο φιλοσοφικός ε. δημιουργήθηκε από αντίδραση προς το ελληνορωμαϊκό στιλ και οδήγησε στην επανεκτίμηση των ιστορικών στιλ: βυζαντινού, μεσαιωνικού, ανατολικού και αναγεννησιακού. Ο ε. του 19ου αι. έλαβε έτσι χαρακτήρα πολύ διαφορετικό από τον κλασικό ε. και μάλιστα αποτέλεσε την έκφραση του ρομαντικού ιστορισμού σε ό,τι αφορά τη στάση του να αναβιώσει και να απορροφήσει τις πιο διαφορετικές εποχές και τους πιο διαφορετικούς πολιτισμούς μέσα στην ενότητα του πνεύματος και της καθολικής ανθρώπινης συνείδησης.
* * *
ο
(φιλοσ.) τάση επιλογής αρχών και μεθόδων από διάφορα φιλοσοφικά συστήματα για τη σύνθεση νέου φιλοσοφικού συστήματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εκλεκτικισμός — ο (φιλοσ.), φιλοσοφική μέθοδος της οποίας οι οπαδοί έχουν την τάση να εκλέγουν από τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα τις θεωρίες και τις υποθέσεις που φαίνονται σ αυτούς πιο κοντά στην αλήθεια, και να καταρτίζουν έτσι ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Νάος — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • διακόσμηση — Ο εξωραϊσμός, το στόλισμα, η επίθεση στολιδιών σε ένα οικοδόμημα. Δ. χαρακτηρίζεται οτιδήποτε συμπληρώνει τη βασική κατασκευή ενός κτιρίου, στολίζοντας ή εμπλουτίζοντας την εξωτερική ή εσωτερική επιφάνειά του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δ. έχει… …   Dictionary of Greek

  • εκλεκτικός — ή, ό (AM ἐκλεκτικός, ή, όν) 1. αυτός που έχει την ικανότητα να εκλέγει σωστά 2. ο δύσκολος στην εκλογή, αυτός που δυσκολεύεται να εκλέξει 3. το αρσ. ως ουσ. οι Εκλεκτικοί οι οπαδοί τού εκλεκτικισμού, οι φιλόσοφοι που συνθέτουν δικό τους σύστημα… …   Dictionary of Greek

  • κλασικισμός — Αισθητική θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι το αντικείμενο της τέχνης είναι μια παγκόσμια, αιώνια και αναλλοίωτη ιδέα του ωραίου. Το ωραίο, κατά την άποψη των υποστηρικτών της θεωρίας αυτής, προϋποθέτει την ύπαρξη ρυθμού, μέτρου και ήρεμης… …   Dictionary of Greek

  • μπαρόκ — Η λέξη μπαρόκ, ως όρος χαρακτηρισμού ενός ρυθμού, είχε αρχικά έννοια αρνητική και μειωτική. Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια ο Ιταλός γλωσσολόγος Μπρούνο Μιλιορίνι και άλλοι Γάλλοι επιστήμονες κατόρθωσαν να εξακριβώσουν την αρχική έννοια του όρου.… …   Dictionary of Greek

  • ναός — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • νεοκλασικισμός — Μεγάλη πολιτιστική κίνηση που διαδόθηκε ευρύτατα στην Ευρώπη στη δεύτερη πεντηκονταετία του 18ου και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. Η αρχή του ανάγεται στο ενδιαφέρον για τις αρχαιολογικές σπουδές, που ανακινήθηκε μετά τις επιτυχείς ανασκαφές …   Dictionary of Greek

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.